πολυκαιρινός
•
- που έχει μεγάλη διάρκεια Βικιλεξικό
- Kάτω από τ’ ασπρόμαλλα εκείνα μέτωπα, που εταπείνωσεν ο πολυκαιρινός εξευτελισμός· (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο ζητιάνος)
- παλιός, φθαρμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυκαιρινός < πολύς + καιρός + -ινός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκαιρινός | πολυκαιρινή | πολυκαιρινό |
| Γενική | πολυκαιρινού | πολυκαιρινής | πολυκαιρινού |
| Αιτιατική | πολυκαιρινό | πολυκαιρινή | πολυκαιρινό |
| Κλητική | πολυκαιρινέ | πολυκαιρινή | πολυκαιρινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκαιρινοί | πολυκαιρινές | πολυκαιρινά |
| Γενική | πολυκαιρινών | πολυκαιρινών | πολυκαιρινών |
| Αιτιατική | πολυκαιρινούς | πολυκαιρινές | πολυκαιρινά |
| Κλητική | πολυκαιρινοί | πολυκαιρινές | πολυκαιρινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →