πολυκαταγραφικός
•
- που έχει σχέση με συσκευή που καταγράφει πολλές παραμέτρους ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπολυκαταγραφικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυκαταγραφικός < πολυ- + καταγραφικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκαταγραφικός | πολυκαταγραφική | πολυκαταγραφικό |
| Γενική | πολυκαταγραφικού | πολυκαταγραφικής | πολυκαταγραφικού |
| Αιτιατική | πολυκαταγραφικό | πολυκαταγραφική | πολυκαταγραφικό |
| Κλητική | πολυκαταγραφικέ | πολυκαταγραφική | πολυκαταγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκαταγραφικοί | πολυκαταγραφικές | πολυκαταγραφικά |
| Γενική | πολυκαταγραφικών | πολυκαταγραφικών | πολυκαταγραφικών |
| Αιτιατική | πολυκαταγραφικούς | πολυκαταγραφικές | πολυκαταγραφικά |
| Κλητική | πολυκαταγραφικοί | πολυκαταγραφικές | πολυκαταγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →