Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυκαταγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συσκευή που καταγράφει πολλές παραμέτρους ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπολυκαταγραφικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυκαταγραφικός < πολυ- + καταγραφικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυκαταγραφικόςπολυκαταγραφικήπολυκαταγραφικό
Γενικήπολυκαταγραφικούπολυκαταγραφικήςπολυκαταγραφικού
Αιτιατικήπολυκαταγραφικόπολυκαταγραφικήπολυκαταγραφικό
Κλητικήπολυκαταγραφικέπολυκαταγραφικήπολυκαταγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυκαταγραφικοίπολυκαταγραφικέςπολυκαταγραφικά
Γενικήπολυκαταγραφικώνπολυκαταγραφικώνπολυκαταγραφικών
Αιτιατικήπολυκαταγραφικούςπολυκαταγραφικέςπολυκαταγραφικά
Κλητικήπολυκαταγραφικοίπολυκαταγραφικέςπολυκαταγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →