Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυκατοικία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολυώροφο κτίριο όπου κατοικούν πολλές οικογένειες σε χωριστά διαμερίσματα Βικιλεξικό
    • Στις 13 Οκτωβρίου του 1946 τέθηκε ο πρώτος θεμέλιος λίθος για την ανέγερση συγκροτημάτων πολυκατοικιών στη συνοικία των Ταμπουρίων ειδικά για την αποκατάσταση των βομβοπλήκτων (από το κείμενο «Εικόνες καθημερινότητας του μεταπολεμικού Πειραιά», Κανάλι Ένα 90,4 FM, 4 Ιουλίου 2016, πρόσβαση: 2019.09.03.)
    • Αυτή επάνω στο τεσσάρι, ο Ιάκωβος κάτω στο δυάρι. Λάου - λάου ο Νέστωρ θ' αγόραζε όλη την πολυκατοικία, μπορεί και να' τανε τ' όνειρό του αυτό. Είχε αγοράσει άλλο ένα τεσσάρι στον πέμπτο και το νοίκιαζε (Μάρω Δούκα, Ουράνια μηχανική, εκδ. Κέδρος, 1999, σελ. 16)
  2. κατ’ επέκτασητο σύνολο των ενοίκων μιας πολυκατοικίας (1) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυκατοικία < πολυ- + κατοικία (νεολογισμός που εισήχθη στην ελληνική γλώσσα στις αρχές του 20ού αι.)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυκατοικίαπολυκατοικίες
Γενικήπολυκατοικίαςπολυκατοικιών
Αιτιατικήπολυκατοικίαπολυκατοικίες
Κλητικήπολυκατοικίαπολυκατοικίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →