πολυκριτηριακός
•
- που αποτελείται από πολλά κριτήρια ή προκύπτει αφού ληφθούν υπόψη ή εξεταστούν πολλά κριτήρια Βικιλεξικό
- Πολυκριτηριακός προγραμματισμός σε συνθήκες αβεβαιότητας: ανάπτυξη συστήματος υποστήριξης αποφάσεων και εφαρμογή στον ενεργειακό σχεδιασμό (https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/12475)
Ετυμολογία
πολυκριτηριακός < πολυ- + κριτηριακός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική multiobjective)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκριτηριακός | πολυκριτηριακή | πολυκριτηριακό |
| Γενική | πολυκριτηριακού | πολυκριτηριακής | πολυκριτηριακού |
| Αιτιατική | πολυκριτηριακό | πολυκριτηριακή | πολυκριτηριακό |
| Κλητική | πολυκριτηριακέ | πολυκριτηριακή | πολυκριτηριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκριτηριακοί | πολυκριτηριακές | πολυκριτηριακά |
| Γενική | πολυκριτηριακών | πολυκριτηριακών | πολυκριτηριακών |
| Αιτιατική | πολυκριτηριακούς | πολυκριτηριακές | πολυκριτηριακά |
| Κλητική | πολυκριτηριακοί | πολυκριτηριακές | πολυκριτηριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →