Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυλεκτικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςαυτός που πάσχει από πολυλεξία, λεξιλογικά ακρατής Βικιλεξικό
  2. πολυλογάς, φλύαρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυλεκτικός < επίθημα πολυ- + επίθετο λεκτικός (κατά το μονολεκτικός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυλεκτική / πολυλεκτικός / πολυλεκτικόπολυλεκτικές / πολυλεκτικοί / πολυλεκτικά
Γενικήπολυλεκτικής / πολυλεκτικού / πολυλεκτικούπολυλεκτικών / πολυλεκτικών / πολυλεκτικών
Αιτιατικήπολυλεκτική / πολυλεκτικό / πολυλεκτικόπολυλεκτικές / πολυλεκτικούς / πολυλεκτικά
Κλητικήπολυλεκτική / πολυλεκτικέ / πολυλεκτικόπολυλεκτικές / πολυλεκτικοί / πολυλεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πολυλεκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από πολλές λέξεις Βικιλεξικό
    • πολυλεκτικός όρος
  2. που σχετίζεται με ή αφορά την πολυλεξία Βικιλεξικό
  3. που σχετίζεται με ή αφορά την πολυλογία-φλυαρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυλεκτικός < επίθημα πολυ- + επίθετο λεκτικός (κατά το μονολεκτικός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυλεκτικόςπολυλεκτικήπολυλεκτικό
Γενικήπολυλεκτικούπολυλεκτικήςπολυλεκτικού
Αιτιατικήπολυλεκτικόπολυλεκτικήπολυλεκτικό
Κλητικήπολυλεκτικέπολυλεκτικήπολυλεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυλεκτικοίπολυλεκτικέςπολυλεκτικά
Γενικήπολυλεκτικώνπολυλεκτικώνπολυλεκτικών
Αιτιατικήπολυλεκτικούςπολυλεκτικέςπολυλεκτικά
Κλητικήπολυλεκτικοίπολυλεκτικέςπολυλεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →