Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυλογάδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πολυλογά ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυλογάδικος < πολυλογάς + -άδικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυλογάδικοςπολυλογάδικηπολυλογάδικο
Γενικήπολυλογάδικουπολυλογάδικηςπολυλογάδικου
Αιτιατικήπολυλογάδικοπολυλογάδικηπολυλογάδικο
Κλητικήπολυλογάδικεπολυλογάδικηπολυλογάδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυλογάδικοιπολυλογάδικεςπολυλογάδικα
Γενικήπολυλογάδικωνπολυλογάδικωνπολυλογάδικων
Αιτιατικήπολυλογάδικουςπολυλογάδικεςπολυλογάδικα
Κλητικήπολυλογάδικοιπολυλογάδικεςπολυλογάδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →