πολυλογία
•
- η άσκοπη ομιλία πάνω σε πολλά και διάφορα θέματα Βικιλεξικό
- Αν και περασμένης ηλικίας, η καλλονή της ήταν εκθαμβωτική. Θα την ονομάσω: η γλωσσοκοπάνα καλλονή, εξαιτίας της πολυλογίας της που στρεφόταν χαριτωμένα εναντίον μου. (Θάνος Σταθόπουλος, La Folie, εκδ. Ίκαρος, 2015)
Ετυμολογία
πολυλογία < αρχαία ελληνική πολυλογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυλογία | πολυλογίες |
| Γενική | πολυλογίας | πολυλογιών |
| Αιτιατική | πολυλογία | πολυλογίες |
| Κλητική | πολυλογία | πολυλογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →