Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυπόστατος

/po.liˈpo.sta.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πολλαπλές υποστάσεις Βικιλεξικό
    • Αλλά και, δεύτερον, διότι και ο γνωστός παιδοβούβαλος μιας ασιατικής χώρας, «λαϊκή δημοκρατία» ονομάζει κι αυτός το καθεστώς του. Ήταν λοιπόν ίσως χρήσιμη αυτή η υπενθύμιση ότι η Δημοκρατία συνίσταται μεν από μια σειρά σπουδαίων Διαδικασιών, οι οποίες όμως διαπλέκονται συνεχώς με Αξιακές θέσεις. Κι έτσι, επειδή η Δημοκρατία είναι εξόχως πολυπόστατη, είναι και δυσαπόχτητη…
    • Ο δεύτερος Σωκρατικός λόγος, σπουδαίος σε έκταση και σε ποιητικότητα έχει πολυπόστατη λειτουργία στον διάλογο. Αρχικά είναι ένας λόγος γραμμένος σαν ωδή στον έρωτα. Μπορεί να σταθεί από μόνος του σαν ένα ξεχωριστό κείμενο του Πλάτωνα.
    • Όπως είναι φυσικό, ο Κρητικός συγγραφέας, ως Καπετάν Καζαντζάκης, ως Καπετάν Ένας, παραμένει ένας πολυπόστατος λογοτέχνης που σε ολόκληρη τη συγγραφική πορεία του αγωνιά και αγωνίζεται να διασώσει τις ιδέες του μέσα από τις λέξεις.

Ετυμολογία

πολυπόστατος < πολυυπόστατος με πολ(ύ)- + υποστατός• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυπόστατοςπολυπόστατηπολυπόστατο
Γενικήπολυπόστατουπολυπόστατηςπολυπόστατου
Αιτιατικήπολυπόστατοπολυπόστατηπολυπόστατο
Κλητικήπολυπόστατεπολυπόστατηπολυπόστατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυπόστατοιπολυπόστατεςπολυπόστατα
Γενικήπολυπόστατωνπολυπόστατωνπολυπόστατων
Αιτιατικήπολυπόστατουςπολυπόστατεςπολυπόστατα
Κλητικήπολυπόστατοιπολυπόστατεςπολυπόστατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →