υπόσταση
•
- ύπαρξη, τρόπος ύπαρξης Βικιλεξικό
- Για να αποκτήσει ένας σύλλογος νομική υπόσταση, πρέπει να εγκριθεί το καταστατικό του από το Πρωτοδικείο.
- βάση, λογικό στήριγμα, λογική, βασιμότητα Βικιλεξικό
- Η παλιγγενεσία αποτελεί εντροπική έκφανση. Το νέο έχει δική του υπόσταση, και σε βάθος γενεών η συσχέτιση με το παρελθόν καθίσταται περισσότερο συναισθηματική παρά θεμελιώδης. (Πολιτικολογίες: Παλιγγενεσία... από τι; kavalanews.gr, 22/03/2024 https://www.kavalanews.gr/40838-politikologies-paliggenesia.html)
- Αυτά τα λόγια είναι φήμες χωρίς υπόσταση.
- θρησκείατο καθένα από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπόσταση < αρχαία ελληνική ὑπόστασις < ὑφίστημι / ὑφίσταμαι < ὑπό + ἵστημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόσταση | υποστάσεις |
| Γενική | υπόστασης | υποστάσεων |
| Αιτιατική | υπόσταση | υποστάσεις |
| Κλητική | υπόσταση | υποστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →