Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυφωνικός

/po.li.fo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την πολυφωνία Βικιλεξικό
    • η συγγραφέας αναλύει τα παραμύθια των ρομ με βάση τη σχέση περιεχομένου και πλαισίου (κοινωνικού και επιτελεστικού) της αφήγησης. Διαπιστώνει ότι η αφήγηση είναι μια ενεργός διαδικασία, πολυφωνικού και όχι μονολογικού χαρακτήρα και εμπλέκει αποφασιστικά το αφηγούμενο πρόσωπο με τους ακροατές του. (Οι Ρομά στην Ελλάδα, επιμέλεια: Ευάγγελος Αυδίκος και Άννα Λυδάκη, Ελληνική Εταιρεία Εθνολογία, 2002, σελ. 19)
  2. μουσικήπου έχει τα χαρακτηριστικά της πολυφωνίας, που έχει πολλές μελωδικές γραμμές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυφωνικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική polyphonique. Αναλύεται σε πολυ- + φων(ή) + -ικός. Δείτε και πολυφωνία.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυφωνικόςπολυφωνικήπολυφωνικό
Γενικήπολυφωνικούπολυφωνικήςπολυφωνικού
Αιτιατικήπολυφωνικόπολυφωνικήπολυφωνικό
Κλητικήπολυφωνικέπολυφωνικήπολυφωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυφωνικοίπολυφωνικέςπολυφωνικά
Γενικήπολυφωνικώνπολυφωνικώνπολυφωνικών
Αιτιατικήπολυφωνικούςπολυφωνικέςπολυφωνικά
Κλητικήπολυφωνικοίπολυφωνικέςπολυφωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →