πολυφωνία
•
- μουσικήπολλές ανεξάρτητες φωνές (μελωδίες) συνδυασμένες αρμονικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ύπαρξη πολλών απόψεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυφωνία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) γαλλική polyphonie < ελληνιστική κοινή πολυφωνία (ποικιλία μουσικών τόνων) Αναλύεται σε πολυ- + -φωνία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυφωνία | πολυφωνίες |
| Γενική | πολυφωνίας | πολυφωνιών |
| Αιτιατική | πολυφωνία | πολυφωνίες |
| Κλητική | πολυφωνία | πολυφωνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →