πολωτικός
•
- που έχει σχέση με την πόλωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολωτικός < πόλωση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολωτικός | πολωτική | πολωτικό |
| Γενική | πολωτικού | πολωτικής | πολωτικού |
| Αιτιατική | πολωτικό | πολωτική | πολωτικό |
| Κλητική | πολωτικέ | πολωτική | πολωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολωτικοί | πολωτικές | πολωτικά |
| Γενική | πολωτικών | πολωτικών | πολωτικών |
| Αιτιατική | πολωτικούς | πολωτικές | πολωτικά |
| Κλητική | πολωτικοί | πολωτικές | πολωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →