Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πόλωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολωτικός < πόλωση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολωτικόςπολωτικήπολωτικό
Γενικήπολωτικούπολωτικήςπολωτικού
Αιτιατικήπολωτικόπολωτικήπολωτικό
Κλητικήπολωτικέπολωτικήπολωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολωτικοίπολωτικέςπολωτικά
Γενικήπολωτικώνπολωτικώνπολωτικών
Αιτιατικήπολωτικούςπολωτικέςπολωτικά
Κλητικήπολωτικοίπολωτικέςπολωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →