πολώνω
•
- φυσικήπροκαλώ πόλωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάδημιουργώ δύο πόλους, διχάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολώνω < πόλ(ος) + -ώνω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική polariser
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πολώνω | πολώνεις | πολώνει | πολώνουμε | πολώνετε | πολώνουν / πολώνουνε |
| Παρατατικός | πόλωνα | πόλωνες | πόλωνε | πολώναμε | πολώνατε | πολώναν / πολώνανε / πόλωναν |
| Αόριστος | πόλωσα | πόλωσες | πόλωσε | πολώσαμε | πολώσατε | πολώσαν / πολώσανε / πόλωσαν |
| Μέλλοντας | θα πολώνω / θα πολώσω | θα πολώνεις / θα πολώσεις | θα πολώνει / θα πολώσει | θα πολώνουμε / θα πολώσουμε | θα πολώνετε / θα πολώσετε | θα πολώνουν / θα πολώνουνε / θα πολώσουν / θα πολώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πολώσει | έχεις πολώσει | έχει πολώσει | έχουμε πολώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πολώσει | είχες πολώσει | είχε πολώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πολώσει / να πολώνω / να πολώσω | να έχεις πολώσει / να πολώνεις / να πολώσεις | να έχει πολώσει / να πολώνει / να πολώσει | να έχουμε πολώσει / να πολώνουμε / να πολώσουμε | να πολώνετε / να πολώσετε | να πολώνουν / να πολώνουνε / να πολώσουν / να πολώσουνε |
| Προστακτική | — | πόλωνε / πόλωσε | — | — | πολώνετε / πολώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πολώθηκαπολώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →