Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύφθογγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου εκπέμπει πολλούς φθόγγους ή ήχους Βικιλεξικό
  2. αρχαιοπρεπέςεύγλωττος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολύφθογγος < ελληνιστική κοινή πολύφθογγος < αρχαία ελληνική πολύς + φθόγγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύφθογγοςπολύφθογγηπολύφθογγο
Γενικήπολύφθογγουπολύφθογγηςπολύφθογγου
Αιτιατικήπολύφθογγοπολύφθογγηπολύφθογγο
Κλητικήπολύφθογγεπολύφθογγηπολύφθογγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύφθογγοιπολύφθογγεςπολύφθογγα
Γενικήπολύφθογγωνπολύφθογγωνπολύφθογγων
Αιτιατικήπολύφθογγουςπολύφθογγεςπολύφθογγα
Κλητικήπολύφθογγοιπολύφθογγεςπολύφθογγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →