πολύχρωμος
•
- που έχει πολλά και ποικίλα χρώματα Βικιλεξικό
- πολύχρωμο ύφασμα
- Ἄν εἴχαμε σκοπὸ ν’ ἀκολουθήσουμε καμμιὰ φιλολογικὴ σχολή, οὔτε ὁ δυσκολολόγιστος κλασικισμός, οὔτε ὁ ξεμάλλιαρος φουτουρισμός, οὔτε ὁ συμβολισμὸς ὁ στρυφνός, οὔτε ὁ ρωμαντισμὸς ὁ πολύχρωμος, οὔτε ὁ φωτογραφικὸς ρεαλισμὸς θὰ μᾶς σκλάβωναν. (Δημοσιεύτηκε χωρίς υπογραφή, αποδίδεται στον έναν εκ των ιδρυτών του περιοδικού, Δημητρό Ζαχαριάδη, Ἀφορμές, ἀντὶ γιὰ πρόγραμμα, σελ. 1-3 από το τεύχος 1 (1911) του περιοδικού «Γράμματα»)
Ετυμολογία
πολύχρωμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολύχρωμος. Αναλύεται σε πολύ- + -χρωμος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύχρωμος | πολύχρωμη | πολύχρωμο |
| Γενική | πολύχρωμου | πολύχρωμης | πολύχρωμου |
| Αιτιατική | πολύχρωμο | πολύχρωμη | πολύχρωμο |
| Κλητική | πολύχρωμε | πολύχρωμη | πολύχρωμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύχρωμοι | πολύχρωμες | πολύχρωμα |
| Γενική | πολύχρωμων | πολύχρωμων | πολύχρωμων |
| Αιτιατική | πολύχρωμους | πολύχρωμες | πολύχρωμα |
| Κλητική | πολύχρωμοι | πολύχρωμες | πολύχρωμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →