πολυχρωμία
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι πολύχρωμο(ς), η ιδιότητα του πολύχρωμου Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ποικιλία Βικιλεξικό
- εκτύπωσηεκτυπωτική τεχνική που χρησιμοποιεί ανάμειξη πολλών βασικών χρωμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυχρωμία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική polychromie ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική polychromia < ελληνιστική κοινή πολύχρωμος < αρχαία ελληνική πολύχρως
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυχρωμία | πολυχρωμίες |
| Γενική | πολυχρωμίας | πολυχρωμιών |
| Αιτιατική | πολυχρωμία | πολυχρωμίες |
| Κλητική | πολυχρωμία | πολυχρωμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →