Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυχρωμία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος ή κάτι πολύχρωμο(ς), η ιδιότητα του πολύχρωμου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη ποικιλία Βικιλεξικό
  3. εκτύπωσηεκτυπωτική τεχνική που χρησιμοποιεί ανάμειξη πολλών βασικών χρωμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυχρωμία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική polychromie ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική polychromia < ελληνιστική κοινή πολύχρωμος < αρχαία ελληνική πολύχρως

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυχρωμίαπολυχρωμίες
Γενικήπολυχρωμίαςπολυχρωμιών
Αιτιατικήπολυχρωμίαπολυχρωμίες
Κλητικήπολυχρωμίαπολυχρωμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →