πομπιάζω
•
- λαϊκότροποδιαπομπεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πομπιάζω < πομπή + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πομπιάζω | πομπιάζεις | πομπιάζει | πομπιάζουμε | πομπιάζετε | πομπιάζουν / πομπιάζουνε |
| Παρατατικός | πόμπιαζα | πόμπιαζες | πόμπιαζε | πομπιάζαμε | πομπιάζατε | πομπιάζαν / πομπιάζανε / πόμπιαζαν |
| Αόριστος | πόμπιασα | πόμπιασες | πόμπιασε | πομπιάσαμε | πομπιάσατε | πομπιάσαν / πομπιάσανε / πόμπιασαν |
| Μέλλοντας | θα πομπιάζω / θα πομπιάσω | θα πομπιάζεις / θα πομπιάσεις | θα πομπιάζει / θα πομπιάσει | θα πομπιάζουμε / θα πομπιάσουμε | θα πομπιάζετε / θα πομπιάσετε | θα πομπιάζουν / θα πομπιάζουνε / θα πομπιάσουν / θα πομπιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πομπιάσει | έχεις πομπιάσει | έχει πομπιάσει | έχουμε πομπιάσει | έχετε πομπιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πομπιάσει | είχες πομπιάσει | είχε πομπιάσει | είχαμε πομπιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πομπιάσει / να πομπιάζω / να πομπιάσω | να έχεις πομπιάσει / να πομπιάζεις / να πομπιάσεις | να έχει πομπιάσει / να πομπιάζει / να πομπιάσει | να έχουμε πομπιάσει / να πομπιάζουμε / να πομπιάσουμε | να έχετε πομπιάσει / να πομπιάζετε / να πομπιάσετε | να πομπιάζουν / να πομπιάζουνε / να πομπιάσουν / να πομπιάσουνε |
| Προστακτική | — | πόμπιαζε / πόμπιασε | — | — | πομπιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πομπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →