πορίζω
•
- παρέχω, προμηθεύω Βικιλεξικό
- ανοίγω δρόμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πορίζω < αρχαία ελληνική πορίζω < πόρος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πορίζω | πορίζεις | πορίζει | πορίζουμε | πορίζετε | πορίζουν / πορίζουνε |
| Παρατατικός | πόριζα | πόριζες | πόριζε | πορίζαμε | πορίζατε | πορίζαν / πορίζανε / πόριζαν |
| Αόριστος | πόρισα | πόρισες | πόρισε | πορίσαμε | πορίσατε | πορίσαν / πορίσανε / πόρισαν |
| Μέλλοντας | θα πορίζω / θα πορίσω | θα πορίζεις / θα πορίσεις | θα πορίζει / θα πορίσει | θα πορίζουμε / θα πορίσουμε | θα πορίζετε / θα πορίσετε | θα πορίζουν / θα πορίζουνε / θα πορίσουν / θα πορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πορίσει | έχεις πορίσει | έχει πορίσει | έχουμε πορίσει | έχετε πορίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πορίσει | είχες πορίσει | είχε πορίσει | είχαμε πορίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πορίσει / να πορίζω / να πορίσω | να έχεις πορίσει / να πορίζεις / να πορίσεις | να έχει πορίσει / να πορίζει / να πορίσει | να έχουμε πορίσει / να πορίζουμε / να πορίσουμε | να έχετε πορίσει / να πορίζετε / να πορίσετε | να πορίζουν / να πορίζουνε / να πορίσουν / να πορίσουνε |
| Προστακτική | — | πόριζε / πόρισε | — | — | πορίζετε / πορίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →