Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορίζω

ρήμα
•
  1. παρέχω, προμηθεύω Βικιλεξικό
  2. ανοίγω δρόμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πορίζω < αρχαία ελληνική πορίζω < πόρος + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπορίζωπορίζειςπορίζειπορίζουμεπορίζετεπορίζουν / πορίζουνε
Παρατατικόςπόριζαπόριζεςπόριζεπορίζαμεπορίζατεπορίζαν / πορίζανε / πόριζαν
Αόριστοςπόρισαπόρισεςπόρισεπορίσαμεπορίσατεπορίσαν / πορίσανε / πόρισαν
Μέλλονταςθα πορίζω / θα πορίσωθα πορίζεις / θα πορίσειςθα πορίζει / θα πορίσειθα πορίζουμε / θα πορίσουμεθα πορίζετε / θα πορίσετεθα πορίζουν / θα πορίζουνε / θα πορίσουν / θα πορίσουνε
Παρακείμενοςέχω πορίσειέχεις πορίσειέχει πορίσειέχουμε πορίσειέχετε πορίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πορίσειείχες πορίσειείχε πορίσειείχαμε πορίσει——
Υποτακτικήνα έχω πορίσει / να πορίζω / να πορίσωνα έχεις πορίσει / να πορίζεις / να πορίσειςνα έχει πορίσει / να πορίζει / να πορίσεινα έχουμε πορίσει / να πορίζουμε / να πορίσουμενα έχετε πορίσει / να πορίζετε / να πορίσετενα πορίζουν / να πορίζουνε / να πορίσουν / να πορίσουνε
Προστακτική—πόριζε / πόρισε——πορίζετε / πορίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →