ποριστικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με τον πορισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποριστικός < αρχαία ελληνική ποριστικός < πορίζω < πόρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ποριστικός | ποριστική | ποριστικό |
| Γενική | ποριστικού | ποριστικής | ποριστικού |
| Αιτιατική | ποριστικό | ποριστική | ποριστικό |
| Κλητική | ποριστικέ | ποριστική | ποριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ποριστικοί | ποριστικές | ποριστικά |
| Γενική | ποριστικών | ποριστικών | ποριστικών |
| Αιτιατική | ποριστικούς | ποριστικές | ποριστικά |
| Κλητική | ποριστικοί | ποριστικές | ποριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →