πόρος
•
- μικρόάνοιγμα, απ’ όπου μπορεί να περάσει κάποιος ή κάτι Βικιλεξικό
- οι πόροι του δέρματος
- μεταφορικάτα υλικά μέσα Βικιλεξικό
- δεν έχει πόρους για να ζήσει
- παρωχημένοτο τμήμα ενός ποταμού, απ’ όπου περνούσαν απέναντι άνθρωποι ή ζώα Βικιλεξικό
- Τέλος, οι άνθρωποι και τα υποζύγια διέσχιζαν τα ποτάμια, περνώντας μέσα από το νερό, στο σημείο με το μικρότερο βάθος, τον «πόρο». (archaiologia.gr )
- υλικό υπολογιστήresource: τα τμήματα υπολογιστικού συστήματος που συμβάλλουν σημαντικά στην απόδοσή του, όπως οι επεξεργαστές (CPU), κεντρική μνήμη, περιφερειακή μνήμη, κλπ. Βικιλεξικό
- λογισμικόresource: οι διαθέσιμες λειτουργίες του λογισμικού ενός υπολογιστικού συστήματος, όπως το λειτουργικό σύστημα, οι βάσεις δεδομένων, κλπ Βικιλεξικό
- διαδίκτυοοποιαδήποτε πληροφορία ή υπηρεσία (ιστοσελίδες, δεδομένα, πολυμέσα, κλπ.) είναι προσβάσιμη στο διαδίκτυο (internet) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πόρος (πέρασμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόρος | πόροι |
| Γενική | πόρου | πόρων |
| Αιτιατική | πόρο | πόρους |
| Κλητική | πόρε | πόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →