Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορνεύομαι

/porˈne.vo.me/ρήμα
•
  1. είμαι πόρνη / πόρνος, ασκώ το σχετικό επάγγελμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πορνεύομαι < αρχαία ελληνική πορνεύομαι « πορνεύω < πόρνος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπορνεύομαιπορνεύεσαιπορνεύεταιπορνευόμαστεπορνεύεστεπορνεύονται
Παρατατικόςπορνευόμουν / πορνευόμουναπορνευόσουν / πορνευόσουναπορνευόταν / πορνευότανεπορνευόμασταν / πορνευόμαστεπορνευόσασταν / πορνευόσαστεπορνευόντουσαν / πορνεύονταν
Αόριστοςπορνεύτηκαπορνεύτηκεςπορνεύτηκεπορνευτήκαμεπορνευτήκατεπορνευτήκαν / πορνευτήκανε / πορνεύτηκαν
Μέλλονταςθα πορνευτώ / θα πορνεύομαιθα πορνευτείς / θα πορνεύεσαιθα πορνευτεί / θα πορνεύεταιθα πορνευτούμε / θα πορνευόμαστεθα πορνευτείτε / θα πορνεύεστεθα πορνευτούν / θα πορνευτούνε / θα πορνεύονται
Παρακείμενοςέχω πορνευτείέχεις πορνευτείέχει πορνευτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα πορνευτείείχες πορνευτείείχε πορνευτεί———
Υποτακτικήνα έχω πορνευτεί / να πορνευτώ / να πορνεύομαινα έχεις πορνευτεί / να πορνευτείς / να πορνεύεσαινα έχει πορνευτεί / να πορνευτεί / να πορνεύεταινα πορνευτούμε / να πορνευόμαστενα πορνευτείτε / να πορνεύεστενα πορνευτούν / να πορνευτούνε / να πορνεύονται
Προστακτική—πορνεύου / πορνεύσου——πορνευτείτε / πορνεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →