Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορσελάνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γενική ονομασία του αδιαφανούς σκληρού υλικού που προέρχεται από την υαλοποίηση του καολίνη (επίσης και η καολίνη) ή άλλων πρώτων υλών Βικιλεξικό
    • Απ' έξω ήταν από τερακότα και το κοίλο εσωτερικό της από λευκή πορσελάνη (Ιερώνυμος Λύκαρης, Μαύρα κουφέτα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013 https://books.google.gr/books?id=LdW-Iq__xGsC&lpg=PT297&dq=%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7&pg=PT297#v=onepage&q=%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7&f=false)
  2. συνεκδοχικάαντικείμενα φτιαγμένα από πορσελάνη Βικιλεξικό
    • Μονάχα μια βιβλιοθήκη του πατέρα του κράτηξε ο Κοσμάς και ένα σκρίνιο, που 'βανε η μακαρίτισσα η μάνα του τις πορσελάνες και τα κρύσταλλά της. (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, Εκδόσεις Ιωλκός, 2015 https://books.google.gr/books?id=7G56BwAAQBAJ&lpg=PA100&dq=σκρίνιο&pg=PA100#v=onepage&q=σκρίνιο&f=false)

Ετυμολογία

πορσελάνη < (άμεσο δάνειο) ιταλική porcellana < porcella < porco + -ella < λατινική porcus (γουρούνι) < πρωτοϊταλική *porkos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pórḱos < *perḱ- (σκάβω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπορσελάνηπορσελάνες
Γενικήπορσελάνηςπορσελανών
Αιτιατικήπορσελάνηπορσελάνες
Κλητικήπορσελάνηπορσελάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →