πορτιέρης
•
- επάγγελμααυτός που επιβλέπει την είσοδο και έξοδο ανθρώπων από κάποια πόρτα, ελέγχει και φυλάει το γύρω χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πορτιέρης < (άμεσο δάνειο) ιταλική portiere + -ης < γαλλική portier . Μορφολογικά αναλύεται σε πόρτ(α) + -ιέρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πορτιέρης | πορτιέρηδες |
| Γενική | πορτιέρη | πορτιέρηδων |
| Αιτιατική | πορτιέρη | πορτιέρηδες |
| Κλητική | πορτιέρη | πορτιέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →