Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πόρτα

/ˈpoɾ.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου, την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει ή να κλείνει Βικιλεξικό
    • η πόρτα της κουζίνας
  2. γενικότεραη κατασκευή που προσαρμόζεται στην είσοδο οχήματος, ώστε να μπορεί κανείς να την ανοίγει ή να την κλείνει Βικιλεξικό
    • η πόρτα του αυτοκινήτου
    • «Θέλω να σας ξαναδώ», της φώναξε μέσα από το ασανσέρ. «Πάρτε με τηλέφωνο», του απάντησε. Και η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε και το ασανσέρ ξεκίνησε για τον χαμηλότερο όροφο,όπου το είχαν καλέσει. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Να σταματήσει την πόρτα. Να σταματήσει το ασανσέρ. Τι εννοούσε να την πάρει τηλέφωνο. Δεν είχε το τηλέφωνό της. (Δημήτρης Μαργέτας, Φταίει η Ακρόπολη, Swiss class press, 2025)
  3. αργκότο προσωπικό που κάνει έλεγχο στην είσοδο κέντρου διασκεδάσεως και η αντίστοιχη θέση εργασίας Βικιλεξικό
  4. τάβλιτο να υπάρχουν δύο τουλάχιστον πούλια σε μία θέση, ή ένα στην περίπτωση του «φεύγα» και του «γκιουλ» Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πόρτα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πόρτα < λατινική porta (πύλη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *per- (διαπερνώ = διά + περνώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπόρταπόρτες
Γενικήπόρταςπορτών
Αιτιατικήπόρταπόρτες
Κλητικήπόρταπόρτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →