Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορφυρίζω

ρήμα
•
  1. είμαι ή γίνομαι πορφυρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πορφυρίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πορφύρα

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπορφυρίζωπορφυρίζειςπορφυρίζειπορφυρίζουμεπορφυρίζετεπορφυρίζουν / πορφυρίζουνε
Παρατατικόςπορφύριζαπορφύριζεςπορφύριζεπορφυρίζαμεπορφυρίζατεπορφυρίζαν / πορφυρίζανε / πορφύριζαν
Αόριστοςπορφύρισαπορφύρισεςπορφύρισεπορφυρίσαμεπορφυρίσατεπορφυρίσαν / πορφυρίσανε / πορφύρισαν
Μέλλονταςθα πορφυρίζω / θα πορφυρίσωθα πορφυρίζεις / θα πορφυρίσειςθα πορφυρίζει / θα πορφυρίσειθα πορφυρίζουμε / θα πορφυρίσουμεθα πορφυρίζετε / θα πορφυρίσετεθα πορφυρίζουν / θα πορφυρίζουνε / θα πορφυρίσουν / θα πορφυρίσουνε
Παρακείμενοςέχω πορφυρίσειέχεις πορφυρίσειέχει πορφυρίσειέχουμε πορφυρίσειέχετε πορφυρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πορφυρίσειείχες πορφυρίσειείχε πορφυρίσειείχαμε πορφυρίσει——
Υποτακτικήνα έχω πορφυρίσει / να πορφυρίζω / να πορφυρίσωνα έχεις πορφυρίσει / να πορφυρίζεις / να πορφυρίσειςνα έχει πορφυρίσει / να πορφυρίζει / να πορφυρίσεινα έχουμε πορφυρίσει / να πορφυρίζουμε / να πορφυρίσουμενα έχετε πορφυρίσει / να πορφυρίζετε / να πορφυρίσετενα πορφυρίζουν / να πορφυρίζουνε / να πορφυρίσουν / να πορφυρίσουνε
Προστακτική—πορφύριζε / πορφύρισε——πορφυρίζετε / πορφυρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →