πορφυρίζω
•
- είμαι ή γίνομαι πορφυρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πορφυρίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πορφύρα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πορφυρίζω | πορφυρίζεις | πορφυρίζει | πορφυρίζουμε | πορφυρίζετε | πορφυρίζουν / πορφυρίζουνε |
| Παρατατικός | πορφύριζα | πορφύριζες | πορφύριζε | πορφυρίζαμε | πορφυρίζατε | πορφυρίζαν / πορφυρίζανε / πορφύριζαν |
| Αόριστος | πορφύρισα | πορφύρισες | πορφύρισε | πορφυρίσαμε | πορφυρίσατε | πορφυρίσαν / πορφυρίσανε / πορφύρισαν |
| Μέλλοντας | θα πορφυρίζω / θα πορφυρίσω | θα πορφυρίζεις / θα πορφυρίσεις | θα πορφυρίζει / θα πορφυρίσει | θα πορφυρίζουμε / θα πορφυρίσουμε | θα πορφυρίζετε / θα πορφυρίσετε | θα πορφυρίζουν / θα πορφυρίζουνε / θα πορφυρίσουν / θα πορφυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πορφυρίσει | έχεις πορφυρίσει | έχει πορφυρίσει | έχουμε πορφυρίσει | έχετε πορφυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πορφυρίσει | είχες πορφυρίσει | είχε πορφυρίσει | είχαμε πορφυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πορφυρίσει / να πορφυρίζω / να πορφυρίσω | να έχεις πορφυρίσει / να πορφυρίζεις / να πορφυρίσεις | να έχει πορφυρίσει / να πορφυρίζει / να πορφυρίσει | να έχουμε πορφυρίσει / να πορφυρίζουμε / να πορφυρίσουμε | να έχετε πορφυρίσει / να πορφυρίζετε / να πορφυρίσετε | να πορφυρίζουν / να πορφυρίζουνε / να πορφυρίσουν / να πορφυρίσουνε |
| Προστακτική | — | πορφύριζε / πορφύρισε | — | — | πορφυρίζετε / πορφυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →