πορφύρα
•
- ζωολογίαόστρακο που ανήκει στο γένος Murex της οικογένειας Muricidae Βικιλεξικό
- χρωστική ουσία ανεξίτηλου βαθυκόκκινου χρώματος, που παράγεται με κατάλληλη επεξεργασία από το όστρακο που την παράγει Βικιλεξικό
- χρώματο πορφυρό
πορφύρα (χρώμα): Βικιλεξικό
- Το πορφυρό χρώμα, γνωστή ως πορφύρα από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιότερη και ακριβότερη βαφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και βασιλιάδων. Η λέξη πορφύρα είναι το συνολικό όνομα μιας ομάδας οικογενειακών κοχυλιών, ενώ η παραγωγή τους ήταν πολύ επίπονη και απαιτούνταν μεγάλος αριθμός κοχυλιών και άλλων μαλακίων που συγκεντρώνονταν σταγόνα σταγόνα. (*)
- συνεκδοχικάτο ένδυμα που έχει βαφεί μ’ αυτό το χρώμα (συνήθως επίσημο βασιλικό) Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη βασιλική ή αυτοκρατορική εξουσία Βικιλεξικό
- ιατρικήομάδα ηπατικών διαταραχών στις οποίες ουσίες που ονομάζονται πορφυρίνες συσσωρεύονται στο σώμα, επηρεάζοντας αρνητικά το δέρμα με αποτέλεσμα δερματοπάθεια ή το νευρικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πορφύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πορφύρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πορφύρα | πορφύρες |
| Γενική | πορφύρας | πορφυρών |
| Αιτιατική | πορφύρα | πορφύρες |
| Κλητική | πορφύρα | πορφύρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →