Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορφύρα

/poɾˈfi.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ζωολογίαόστρακο που ανήκει στο γένος Murex της οικογένειας Muricidae Βικιλεξικό
  2. χρωστική ουσία ανεξίτηλου βαθυκόκκινου χρώματος, που παράγεται με κατάλληλη επεξεργασία από το όστρακο που την παράγει Βικιλεξικό
  3. χρώματο πορφυρό πορφύρα (χρώμα): Βικιλεξικό
    • Το πορφυρό χρώμα, γνωστή ως πορφύρα από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιότερη και ακριβότερη βαφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και βασιλιάδων. Η λέξη πορφύρα είναι το συνολικό όνομα μιας ομάδας οικογενειακών κοχυλιών, ενώ η παραγωγή τους ήταν πολύ επίπονη και απαιτούνταν μεγάλος αριθμός κοχυλιών και άλλων μαλακίων που συγκεντρώνονταν σταγόνα σταγόνα. (*)
  4. συνεκδοχικάτο ένδυμα που έχει βαφεί μ’ αυτό το χρώμα (συνήθως επίσημο βασιλικό) Βικιλεξικό
  5. συνεκδοχικάη βασιλική ή αυτοκρατορική εξουσία Βικιλεξικό
  6. ιατρικήομάδα ηπατικών διαταραχών στις οποίες ουσίες που ονομάζονται πορφυρίνες συσσωρεύονται στο σώμα, επηρεάζοντας αρνητικά το δέρμα με αποτέλεσμα δερματοπάθεια ή το νευρικό σύστημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πορφύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πορφύρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπορφύραπορφύρες
Γενικήπορφύραςπορφυρών
Αιτιατικήπορφύραπορφύρες
Κλητικήπορφύραπορφύρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →