ποσοστιαίος
•
- που δηλώνεται με ποσοστά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποσοστιαίος < ποσοστό + -ιαίος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ποσοστιαίος | ποσοστιαία | ποσοστιαίο |
| Γενική | ποσοστιαίου | ποσοστιαίας | ποσοστιαίου |
| Αιτιατική | ποσοστιαίο | ποσοστιαία | ποσοστιαίο |
| Κλητική | ποσοστιαίε | ποσοστιαία | ποσοστιαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ποσοστιαίοι | ποσοστιαίες | ποσοστιαία |
| Γενική | ποσοστιαίων | ποσοστιαίων | ποσοστιαίων |
| Αιτιατική | ποσοστιαίους | ποσοστιαίες | ποσοστιαία |
| Κλητική | ποσοστιαίοι | ποσοστιαίες | ποσοστιαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →