ποσοστό
•
- τμήμα ενός συνολικού ποσού (Χ τοις εκατό - % ή τοις χιλίοις - ‰) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημέρος ενός συνόλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποσοστό < πόσο + -οστό (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pourcentage ή tantième)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποσοστό | ποσοστά |
| Γενική | ποσοστού | ποσοστών |
| Αιτιατική | ποσοστό | ποσοστά |
| Κλητική | ποσοστό | ποσοστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →