Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποσοστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ποσοστό ή ποσόστωση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποσοστικός < ποσοστό / ποσόστωση + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποσοστικόςποσοστικήποσοστικό
Γενικήποσοστικούποσοστικήςποσοστικού
Αιτιατικήποσοστικόποσοστικήποσοστικό
Κλητικήποσοστικέποσοστικήποσοστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποσοστικοίποσοστικέςποσοστικά
Γενικήποσοστικώνποσοστικώνποσοστικών
Αιτιατικήποσοστικούςποσοστικέςποσοστικά
Κλητικήποσοστικοίποσοστικέςποσοστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →