ποσόστωση
•
- η κατανομή/ο επιμερισμός ενός συνόλου σε ποσοστά Βικιλεξικό
- η τιμή κάποιου από αυτά Βικιλεξικό
- οικονομίαη περιοριστική επιβολή ποσοστών σε κάποιες ενέργειες ή δράσεις (εισαγωγές, εξαγωγές, παραγωγή κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποσόστωση < ποσοστό + -ωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποσόστωση | ποσοστώσεις |
| Γενική | ποσόστωσης | ποσοστώσεων |
| Αιτιατική | ποσόστωση | ποσοστώσεις |
| Κλητική | ποσόστωση | ποσοστώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →