πουαντιλισμός
•
- ζωγραφικήκαλλιτεχνικό ρεύμα και ζωγραφική τεχνική του ιμπρεσιονισμού που χρησιμοποιεί μικρές διακριτές χρωματιστές κουκκίδες ή στίγματα, προκειμένου να δημιουργηθούν εικόνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουαντιλισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pointillisme < pointiller < point < λατινική punctum < punctus < pungo ]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουαντιλισμός | πουαντιλισμοί |
| Γενική | πουαντιλισμού | πουαντιλισμών |
| Αιτιατική | πουαντιλισμό | πουαντιλισμούς |
| Κλητική | πουαντιλισμέ | πουαντιλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →