Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουαντιλιστικός

/pu.a.di.li.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ζωγραφικήπου έχει σχέση με τον πουαντιλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πουαντιλιστικός < γαλλική pointillistique < pointillisme < pointiller < point < λατινική punctum < punctus < pungo. Μορφολογικά αναλύεται σε πουαντιλιστ(ής) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπουαντιλιστικόςπουαντιλιστικήπουαντιλιστικό
Γενικήπουαντιλιστικούπουαντιλιστικήςπουαντιλιστικού
Αιτιατικήπουαντιλιστικόπουαντιλιστικήπουαντιλιστικό
Κλητικήπουαντιλιστικέπουαντιλιστικήπουαντιλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπουαντιλιστικοίπουαντιλιστικέςπουαντιλιστικά
Γενικήπουαντιλιστικώνπουαντιλιστικώνπουαντιλιστικών
Αιτιατικήπουαντιλιστικούςπουαντιλιστικέςπουαντιλιστικά
Κλητικήπουαντιλιστικοίπουαντιλιστικέςπουαντιλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →