πουκάμισο
•
- ενδυμασίαρούχο που φοριέται στο πάνω μέρος του σώματος και κουμπώνει από πάνω ως κάτω στο μπροστινό μέρος Βικιλεξικό
- λινό / μάλλινο / μαύρο / ριγέ / κοντομάνικο πουκάμισο
- για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη (Σεφέρης, Ελένη)
- συνεκδοχικάτο στεγνό δέρμα του φιδιού Βικιλεξικό
- το καλοκαίρι στο αμπέλι βρίσκαμε φιδίσια πουκάμισα, ξεραμένα πια από τον ήλιο
Ετυμολογία
πουκάμισο < μεσαιωνική ελληνική πουκάμισον < υποκάμισον < ὑπό + *καμίσα / καμίσιον < μεσαιωνική λατινική camisia < γαλατική camisia < πρωτογερμανική *hamiþiją (ρούχο, πουκάμισο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱam- (κάλυμμα, ρούχο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουκάμισο | πουκάμισα |
| Γενική | πουκάμισου / πουκαμίσου | πουκάμισων / πουκαμίσων |
| Αιτιατική | πουκάμισο | πουκάμισα |
| Κλητική | πουκάμισο | πουκάμισα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →