πουλιάνα
•
- ιδιωματικόπεδινή (ακαλλιέργητη) έκταση, αλάνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουλιάνα < πρωτοσλαβική *poľana (λιβάδι, ξέφωτο) < *poľe < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₂- (επίπεδος, ευρύς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουλιάνα | πουλιάνες |
| Γενική | πουλιάνας | πουλιάνων |
| Αιτιατική | πουλιάνα | πουλιάνες |
| Κλητική | πουλιάνα | πουλιάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →