Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουστιά

/puˈstça/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόατιμία, εξαπάτηση, δόλια ενέργεια, αθέτηση μια υπόσχεσης ή συμφωνίας Βικιλεξικό
    • Ενώ είχαμε συμφωνήσει να αγοράσει όλα τα υλικά από εμάς κι είχαμε δώσει τα χέρια, λίγο πριν υπογραφεί η συμφωνία, μας έκανε μεγάλη πουστιά και τ’ αγόρασε απ’ τους ανταγωνιστές μας.

Ετυμολογία

πουστιά < πούστ(ης) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπουστιάπουστιές
Γενικήπουστιάςπουστιών
Αιτιατικήπουστιάπουστιές
Κλητικήπουστιάπουστιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →