πουστιά
•
- προφορικόατιμία, εξαπάτηση, δόλια ενέργεια, αθέτηση μια υπόσχεσης ή συμφωνίας Βικιλεξικό
- Ενώ είχαμε συμφωνήσει να αγοράσει όλα τα υλικά από εμάς κι είχαμε δώσει τα χέρια, λίγο πριν υπογραφεί η συμφωνία, μας έκανε μεγάλη πουστιά και τ’ αγόρασε απ’ τους ανταγωνιστές μας.
Ετυμολογία
πουστιά < πούστ(ης) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουστιά | πουστιές |
| Γενική | πουστιάς | πουστιών |
| Αιτιατική | πουστιά | πουστιές |
| Κλητική | πουστιά | πουστιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →