Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πούστης

/ˈpu.stis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υβριστικόο ομοφυλόφιλος Βικιλεξικό
  2. υβριστικόπου δρα με ύπουλο τρόπο, ανέντιμος Βικιλεξικό
  3. αργκόγια κάποιον που κατάφερε κάτι αξιοθαύμαστο Βικιλεξικό
    • πως τα κατάφερε πάλι ο πούστης και με τουμπάρισε!
  4. όταν ακολουθεί το 'μου'ως έκφραση οργής ή ενόχλησης Βικιλεξικό
    • πάλι απέτυχα στις εξετάσεις ρε πούστη μου

Ετυμολογία

πούστης < (άμεσο δάνειο) τουρκική puşt < περσική پشت (pošt, πίσω, πισινός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπούστηςπούστηδες
Γενικήπούστηπούστηδων
Αιτιατικήπούστηπούστηδες
Κλητικήπούστηπούστηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →