πούστης
•
- υβριστικόο ομοφυλόφιλος Βικιλεξικό
- υβριστικόπου δρα με ύπουλο τρόπο, ανέντιμος Βικιλεξικό
- αργκόγια κάποιον που κατάφερε κάτι αξιοθαύμαστο Βικιλεξικό
- πως τα κατάφερε πάλι ο πούστης και με τουμπάρισε!
- όταν ακολουθεί το 'μου'ως έκφραση οργής ή ενόχλησης Βικιλεξικό
- πάλι απέτυχα στις εξετάσεις ρε πούστη μου
Ετυμολογία
πούστης < (άμεσο δάνειο) τουρκική puşt < περσική پشت (pošt, πίσω, πισινός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πούστης | πούστηδες |
| Γενική | πούστη | πούστηδων |
| Αιτιατική | πούστη | πούστηδες |
| Κλητική | πούστη | πούστηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →