πουτανίζω
•
- λαϊκότροποσυμπεριφέρομαι σαν πουτάνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουτανίζω < πουτάν(α) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πουτανίζω | πουτανίζεις | πουτανίζει | πουτανίζουμε | πουτανίζετε | πουτανίζουν / πουτανίζουνε |
| Παρατατικός | πουτάνιζα | πουτάνιζες | πουτάνιζε | πουτανίζαμε | πουτανίζατε | πουτάνιζαν / πουτανίζαν / πουτανίζανε |
| Αόριστος | πουτάνισα | πουτάνισες | πουτάνισε | πουτανίσαμε | πουτανίσατε | πουτάνισαν / πουτανίσαν / πουτανίσανε |
| Μέλλοντας | θα πουτανίζω / θα πουτανίσω | θα πουτανίζεις / θα πουτανίσεις | θα πουτανίζει / θα πουτανίσει | θα πουτανίζουμε / θα πουτανίσουμε | θα πουτανίζετε / θα πουτανίσετε | θα πουτανίζουν / θα πουτανίζουνε / θα πουτανίσουν / θα πουτανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πουτανίσει | έχεις πουτανίσει | έχει πουτανίσει | έχουμε πουτανίσει | έχετε πουτανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πουτανίσει | είχες πουτανίσει | είχε πουτανίσει | είχαμε πουτανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πουτανίσει / να πουτανίζω / να πουτανίσω | να έχεις πουτανίσει / να πουτανίζεις / να πουτανίσεις | να έχει πουτανίσει / να πουτανίζει / να πουτανίσει | να έχουμε πουτανίσει / να πουτανίζουμε / να πουτανίσουμε | να έχετε πουτανίσει / να πουτανίζετε / να πουτανίσετε | να πουτανίζουν / να πουτανίζουνε / να πουτανίσουν / να πουτανίσουνε |
| Προστακτική | — | πουτάνιζε / πουτάνισε | — | — | πουτανίζετε / πουτανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →