πουτάνα
•
- χυδαίοη πόρνη Βικιλεξικό
- χυδαίουποτιμητικός όρος για γυναίκα, κυρίως για να τη χαρακτηρίσει ύπουλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουτάνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική puttana < λατινική putta (πόρνη) < puta (κορίτσι) < puer < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pu-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουτάνα | πουτάνες |
| Γενική | πουτάνας | — |
| Αιτιατική | πουτάνα | πουτάνες |
| Κλητική | πουτάνα | πουτάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →