Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουτανίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου έχει σχέση με πουτάνα, αναφέρεται σ’ αυτή ή ταιριάζει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πουτανίστικος < πουτάν(α) + -ίστικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπουτανίστικοςπουτανίστικηπουτανίστικο
Γενικήπουτανίστικουπουτανίστικηςπουτανίστικου
Αιτιατικήπουτανίστικοπουτανίστικηπουτανίστικο
Κλητικήπουτανίστικεπουτανίστικηπουτανίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπουτανίστικοιπουτανίστικεςπουτανίστικα
Γενικήπουτανίστικωνπουτανίστικωνπουτανίστικων
Αιτιατικήπουτανίστικουςπουτανίστικεςπουτανίστικα
Κλητικήπουτανίστικοιπουτανίστικεςπουτανίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →