πουτανιάρης
•
- προφορικόαυτός που χαίρεται επί το πλείστον να συναναστρέφεται ή να συνευρίσκεται με πουτάνες Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαυτός που δεν συμπεριφέρεται με καλό τρόπο αλλά η συμπεριφορά του διακρίνεται από ανεντιμότητα και προστυχιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουτανιάρης < πουτάν(α) + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πουτανιάρης | πουτανιάρα | πουτανιάρικο |
| Γενική | πουτανιάρη | πουτανιάρας | πουτανιάρικου |
| Αιτιατική | πουτανιάρη | πουτανιάρα | πουτανιάρικο |
| Κλητική | πουτανιάρη | πουτανιάρα | πουτανιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πουτανιάρηδες | πουτανιάρες | πουτανιάρικα |
| Γενική | πουτανιάρηδων | — | πουτανιάρικων |
| Αιτιατική | πουτανιάρηδες | πουτανιάρες | πουτανιάρικα |
| Κλητική | πουτανιάρηδες | πουτανιάρες | πουτανιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →