Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουτανιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόαυτός που χαίρεται επί το πλείστον να συναναστρέφεται ή να συνευρίσκεται με πουτάνες Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαυτός που δεν συμπεριφέρεται με καλό τρόπο αλλά η συμπεριφορά του διακρίνεται από ανεντιμότητα και προστυχιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πουτανιάρης < πουτάν(α) + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπουτανιάρηςπουτανιάραπουτανιάρικο
Γενικήπουτανιάρηπουτανιάραςπουτανιάρικου
Αιτιατικήπουτανιάρηπουτανιάραπουτανιάρικο
Κλητικήπουτανιάρηπουτανιάραπουτανιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπουτανιάρηδεςπουτανιάρεςπουτανιάρικα
Γενικήπουτανιάρηδων—πουτανιάρικων
Αιτιατικήπουτανιάρηδεςπουτανιάρεςπουτανιάρικα
Κλητικήπουτανιάρηδεςπουτανιάρεςπουτανιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →