πουτσαράς
•
- προφορικόαυτός που έχει μεγάλη πούτσα Βικιλεξικό
- «Άκουσε εδώ, μεγάλε ψωλαρά μου! …» του έλεγε, «σου ομιλεί η Μαριάννα …, πώς σου φαίνονται τούτα εδώ; […] Άκου λοιπόν λεβέντη πουτσαρά μου […]»
- μεταφορικάάνδρας με δυναμισμό και αποφασιστικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουτσαράς < πούτσ(α) + μεγεθυντικό επίθημα -αράς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουτσαράς | πουτσαράδες |
| Γενική | πουτσαρά | πουτσαράδων |
| Αιτιατική | πουτσαρά | πουτσαράδες |
| Κλητική | πουτσαρά | πουτσαράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →