Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουτσαράς

/pu.t͡saˈɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόαυτός που έχει μεγάλη πούτσα Βικιλεξικό
    • «Άκουσε εδώ, μεγάλε ψωλαρά μου! …» του έλεγε, «σου ομιλεί η Μαριάννα …, πώς σου φαίνονται τούτα εδώ; […] Άκου λοιπόν λεβέντη πουτσαρά μου […]»
  2. μεταφορικάάνδρας με δυναμισμό και αποφασιστικότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πουτσαράς < πούτσ(α) + μεγεθυντικό επίθημα -αράς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπουτσαράςπουτσαράδες
Γενικήπουτσαράπουτσαράδων
Αιτιατικήπουτσαράπουτσαράδες
Κλητικήπουτσαράπουτσαράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →