ψωλαράς
•
- προφορικόπου έχει μεγάλο πέος Βικιλεξικό
- «Άκουσε εδώ, μεγάλε ψωλαρά μου! …» του έλεγε, «σου ομιλεί η Μαριάννα …, πώς σου φαίνονται τούτα εδώ; […] Άκου λοιπόν λεβέντη πουτσαρά μου […]»
Ετυμολογία
ψωλαράς < ψωλ(ή) + μεγεθυντικό επίθημα -αράς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψωλαράς | ψωλαράδες |
| Γενική | ψωλαρά | ψωλαράδων |
| Αιτιατική | ψωλαρά | ψωλαράδες |
| Κλητική | ψωλαρά | ψωλαράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →