Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψωλαράς

/pso.laˈɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει μεγάλο πέος Βικιλεξικό
    • «Άκουσε εδώ, μεγάλε ψωλαρά μου! …» του έλεγε, «σου ομιλεί η Μαριάννα …, πώς σου φαίνονται τούτα εδώ; […] Άκου λοιπόν λεβέντη πουτσαρά μου […]»

Ετυμολογία

ψωλαράς < ψωλ(ή) + μεγεθυντικό επίθημα -αράς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψωλαράςψωλαράδες
Γενικήψωλαράψωλαράδων
Αιτιατικήψωλαράψωλαράδες
Κλητικήψωλαράψωλαράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →