Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πούσι

/ˈpu.si/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σπάνιοαχλή, καταχνιά, ομίχλη Βικιλεξικό
    • Έπεσε το πούσι αποβραδίς, / το καραβοφάναρο χαμένο, / κ’ έφτασες, χωρίς να σε προσμένω, / μες στην τιμονιέρα να με δεις. (Νίκος Καββαδίας, Το πούσι)
  2. σπάνιοοι ξερές πευκοβελόνες Βικιλεξικό
    • Στην Ελλάδα όμως, με τις πιο μεγάλες και πλούσιες εκτάσεις που έχουμε, τα φύλλα που πέφτουν κάτω, όπως το πούσι παραδείγματος χάριν του πεύκου, είναι πολλά και, αν πέσει μια καψαλήθρα ή αν κάποιος πετάξει ένα τσιγάρο, αρπάζει όλο το δάσος. (εφ. Το Βήμα, 25.10.2013)
  3. παρωχημένοπηγάδι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πούσι < τουρκική pus (ομίχλη) + -ι < πρωτοτουρκική *bus # πούσι < αλβανική push (πέλος, χνούδι) + -ι < πρωτοαλβανική *puša < *puksja < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pewk- # πούσι < αλβανική pus (πηγάδι) + -ι < λατινική puteus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπούσιπούσια
Γενικήπουσιούπουσιών
Αιτιατικήπούσιπούσια
Κλητικήπούσιπούσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →