Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πούστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει σχέση με πούστη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. προφορικόανήθικος, ανέντιμος Βικιλεξικό
  3. προφορικόπου μας προξενεί δυσκολίες ή ταλαιπωρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πούστικος < πούστης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπούστικοςπούστικηπούστικο
Γενικήπούστικουπούστικηςπούστικου
Αιτιατικήπούστικοπούστικηπούστικο
Κλητικήπούστικεπούστικηπούστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπούστικοιπούστικεςπούστικα
Γενικήπούστικωνπούστικωνπούστικων
Αιτιατικήπούστικουςπούστικεςπούστικα
Κλητικήπούστικοιπούστικεςπούστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →