Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πράυνση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πραΰνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πράυνση < αρχαία ελληνική πράϋνσις < πραΰνω < πραΰς / πρᾶος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπράυνσηπραΰνσεις
Γενικήπράυνσηςπραΰνσεων
Αιτιατικήπράυνσηπραΰνσεις
Κλητικήπράυνσηπραΰνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →