Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπράυνση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπραΰνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπράυνση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταπράϋνσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταπράυνσηκαταπραΰνσεις
Γενικήκαταπράυνσηςκαταπραΰνσεων
Αιτιατικήκαταπράυνσηκαταπραΰνσεις
Κλητικήκαταπράυνσηκαταπραΰνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →