πρέπει
•
- υπάρχει ηθική υποχρέωση να γίνει κάτι Βικιλεξικό
- Για να αποκτήσεις κάτι, πρέπει να το αγοράσεις.
- Δεν πρέπει να λες ψέματα.
- είναι απαραίτητο να γίνει κάτι Βικιλεξικό
- Πρέπει να φας κάτι!
- Για να πετύχει το σκοπό της, έπρεπε να δουλέψει σκληρά.
- επιρρηματικάμάλλον, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ισχύει κάτι Βικιλεξικό
- Θα πρέπει να με θεωρείς ανόητο, για να περιμένεις να σε πιστέψω!
- Δεν πρέπει να έχει και πολλή αυτοπεποίθηση, είναι πάντα τόσο συγκρατημένος.
Ετυμολογία
πρέπει < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρέπει (είναι ταιριαστό), γ΄ ενικό του αρχαίου ρήματος πρέπω (απρόσωπη χρήση)
Άλλοι τύποι
έπρεπε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →