Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρέσβης

/ˈpɾe.zvis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαανώτερος διπλωματικός αντιπρόσωπος μιας χώρας σε άλλη χώρα ή διεθνή οργανισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρέσβης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρέσβ(υς) (ηλικιωμένος) + κατάληξη δημοτικής -ης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρέσβηςπρέσβεις
Γενικήπρέσβεως / πρέσβηπρέσβεων
Αιτιατικήπρέσβηπρέσβεις
Κλητικήπρέσβηπρέσβεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →