πρεσβευτής
•
- επάγγελμασυνώνυμο του πρέσβης (αρσενικό), πρέσβειρα (θηλυκό) Βικιλεξικό
- Όποιος τελεί την πράξη του προηγούμενου άρθρου εναντίον πρεσβευτή διαπιστευμένου στην ελληνική πολιτεία ή άλλου διπλωματικού αντιπροσώπου κατά τον χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. (Νόμος_4619/2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)
Ετυμολογία
πρεσβευτής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρεσβευτής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρεσβευτής | πρεσβευτές |
| Γενική | πρεσβευτή / πρεσβευτού | πρεσβευτών |
| Αιτιατική | πρεσβευτή | πρεσβευτές |
| Κλητική | πρεσβευτή | πρεσβευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →