Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πραμάτεια

/pɾaˈma.tça/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το εμπόρευμα, τα αγαθά που πουλούσε ένας πραματευτής Βικιλεξικό
    • Οι ψαράδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με πανηγυρικό τρόπο, ίσως λόγω της ημέρας. Οι ταβλάδες γεμάτοι ψάρια κι ο κόσμος περνούσε συγκρίνοντας τις τιμές. Εκατόν σαράντα γρόσια τα σκουμπριά, που τα περισσότερα βέβαια ήταν κολιοί, εκατό οι μαρίδες, εκατόν σαράντα τα σαυρίδια, διακόσια ογδόντα οι αθερίνες, εξήντα η μία παλαμίδα, διακόσια σαράντα τα τεκίρια που τα έδιναν για μπαρμπούνια, τριακόσια σαράντα το καλκάνι. Η δυνατή φωνή ενός όμορφου ψαρά λίγο πιο κάτω την έκανε να στραφεί προς τα εκεί.

Ετυμολογία

πραμάτεια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πραμάτεια / πρα(γ)ματεία (& πραματία) : ή < πραματ(ευτής) + -εια (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπραμάτειαπραμάτειες
Γενικήπραμάτειας—
Αιτιατικήπραμάτειαπραμάτειες
Κλητικήπραμάτειαπραμάτειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →